Με τον όρο “πιθηκίζω” εννοείται η άκριτη υιοθέτηση μίας συνήθειας, ενέργειας ή πρακτικής από κάποιον, η αναπαραγωγή της οποίας προκαλεί μία αλυσιδωτή αντίδραση που οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο. Επί της ουσίας δημιουργείται και αυτοαναπαράγεται με αυτόν τον τρόπο μία νοοτροπία. Και η νοοτροπία είναι η γλώσσα προγραμματισμού μιας κοινωνίας.

Όπως ακριβώς οι Λάκωνες, σε αντίθεση με τους πολυλογάδες Αθηναίους, συνήθιζαν να μιλάνε λίγο και από τους οποίους μας ήρθε το ρητό “το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν” που αντανακλά τη νοοτροπία της κοινωνίας τους, έτσι και σήμερα μπορεί κανείς να παρατηρήσει μιμητικές συμπεριφορές που αντανακλούν τη νοοτροπία της σημερινής, δικής μας, κοινωνίας. Μικρές πράξεις που γίνονται σε τακτική βάση από πολλούς και δυσχεραίνουν χωρίς απολύτως κανέναν λόγο την καθημερινότητα όλων μας.

Από τη στιγμή, μάλιστα, που η αναφορά γίνεται για μία μικρή πόλη όπως η Κομοτηνή, μου φαίνεται αδιανόητο να μην έχουμε καταφέρει, ως τοπική κοινωνία, να επιλύσουμε βασικά ζητήματα και να εξακολουθούμε να ταλαιπωρούμαστε από καταστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν εξαλειφθεί με την εφαρμογή στοιχειωδών αρχών λογικής. Ένα από αυτά είναι, για παράδειγμα, το κυκλοφοριακό. Μια πόλη λίγων δεκάδων χιλιάδων κατοίκων, με εξαιρετικά ομαλό ανάγλυφο, μία σχεδόν επίπεδη έκταση, θα έπρεπε, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, να αποτελεί πρότυπο αστικών μετακινήσεων. Καταρχάς, δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις μας εντός της πόλης, αλλά να προτιμούμε εναλλακτικούς τρόπους μετακίνησης, όπως τις αστικές συγκοινωνίες, το περπάτημα και το ποδήλατο ή, πλέον, τα ηλεκτρικά πατίνια, με την απαραίτητη, βέβαια, μέριμνα για την ασφάλεια όλων.

Ακόμα και έτσι, όμως, αν με κάποιο θαυματουργό τρόπο σταματούσαν κάποιες πρακτικές που εφαρμόζουν οι οδηγοί, η κίνηση θα βελτιωνόταν αυτομάτως μέσα στην πόλη μας. Το πιο τρανταχτό, ίσως, παράδειγμα λαμβάνει χώρα στη διασταύρωση της λεωφόρου Ηρώων με την οδό Χαριλάου Τρικούπη, καθώς το σημείο αποτελεί ένα από τα πιο επιβαρυμένα ως προς την κυκλοφοριακή κίνηση στην πόλη μας και συγχρόνως πολλοί συμπολίτες μας, αντί να μετακινηθούν 200 - 300 μέτρα στη γειτονιά πίσω από το στρατιωτικό πρατήριο όπου έχει πάντα ελεύθερο χώρο, αποφασίζουν να σταματήσουν με αλάρμ μπροστά στο κατάστημα της τράπεζας είτε συνηθέστερα για να χρησιμοποιήσουν το ΑΤΜ είτε για να παίξουν ένα δελτίο στο απέναντι κατάστημα ΠΡΟΠΟ είτε να προβούν, τέλος πάντων, σε κάποια άλλη ενέργεια. Και μπλοκάρει ο δρόμος.

Η λογική πίσω από αυτή την κίνηση είναι πως πρόκειται για μία πολύ σύντομη στάση: “Δεν αργώ, δύο λεπτά θα κάνω!”. Κι αν τυχόν βρεθεί κάποιος να κάνει παρατήρηση σε όποιον έχει σταματήσει για αυτά τα… δύο λεπτά, τότε ο αξιοσέβαστος συμπολίτης θα απαντήσει συνήθως με ύφος: “Ναι, εγώ φταίω για την κίνηση… Δεν βλέπεις τι γίνεται; Ο πρώτος είμαι ή ο τελευταίος;”. Θα υπάρξει και κάποιος άλλος που προάγεται στον βαθμό του αξιότιμου, ο οποίος θα απαντήσει κάτι σε “αν δεν σ’ αρέσει εδώ να πας στην Ευρώπη!”, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως αποκαλύπτει ασυνείδητα μία παραδοχή που ζει μέσα του: ότι δεν είμαστε (πολιτισμικά) Ευρώπη! Θα υπάρξει, βέβαια, και ο συμπολίτης που θα το φέρει, όντως, κάπως βαρέως και θα απολογηθεί, αφού εξηγήσει πρώτα ότι βιαζόταν και το έκανε από ανάγκη…

Πίσω από κάθε έναν, όμως, βρίσκεται η ίδια αιτία: η ίδια μιμητική συμπεριφορά που κάποιος έχει δει να εκδηλώνεται γύρω του, έχει υιοθετήσει και, εντέλει, έχει καταστεί αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του, σε τέτοιο βαθμό ώστε, όταν ο ίδιος βρεθεί να περιμένει μέσα στο αυτοκίνητό του, εγκλωβισμένος στην ουρά που έχει σχηματιστεί επειδή κάποιος άλλος στη διασταύρωση εφαρμόζει το «δύο λεπτά θα κάνω» και φράζει την κίνηση, να μην αντιλαμβάνεται τη συμπεριφορά αυτή ως προβληματική, παράλογη και κατακριτέα.

Και σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ακόμη μία έκφανση της περίφημης… ελληνικής πραγματικότητας. Η υποτιθέμενη σύντομη στάση των «δύο λεπτών» μετατρέπεται, στην ουσία, σε κατάληψη του χώρου από όλους εκείνους που πιθηκίζουν, δηλαδή που μιμούνται την ίδια συμπεριφορά και αυτό γιατί τα αυτοκίνητα που σταματούν καθημερινά στο συγκεκριμένο σημείο είναι πολλά. Αν υποθέσουμε ότι η εργάσιμη ημέρα αρχίζει στις 08.00 και ολοκληρώνεται κάπου μεταξύ 14.30 με 15.00, τότε τα οχήματα που σταματούν σε αυτό το διάστημα με αναμμένα τα αλάρμ είναι, μάλλον, δεκάδες. Επομένως, αν για κάθε ένα από αυτά απαιτούνται «δύο λεπτά», τότε έχουμε 2+2+2+2… και ούτω καθεξής. Τα δύο λεπτά του ενός προστίθενται στα δύο λεπτά του επόμενου, κι εκείνα στα δύο λεπτά του μεθεπόμενου. Έτσι, αυτό που για τον καθένα ξεχωριστά είναι μια ασήμαντη στάση, για όλους μαζί μετατρέπεται σε μια επαναλαμβανόμενη επιβάρυνση της κυκλοφορίας, με το σημείο να καταλαμβάνεται ξανά και ξανά από τους αξιοσέβαστους συμπολίτες που απλώς «θα πεταχτούν μια στιγμή» να βγάλουν λεφτά ή ό,τι άλλο.

Η πρακτική αυτή δεν εφαρμόζεται, προφανώς, μονάχα σε εκείνο το σημείο της πόλης αλλά επαναλαμβάνεται και σε άλλες πολυσύχναστες διασταυρώσεις με αποτέλεσμα μία απλή μετακίνηση εντός της μικρής μας πόλης να μοιάζει με μετακίνηση σε πόλη εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων, επειδή η μιμητική συμπεριφορά έχει ως συνέπεια να φρακάρουν οι κεντρικές οδοί. Το σενάριο γίνεται ακόμα καλύτερο, μάλιστα, όταν κάποιος υπέρ το δέον αξιοσέβαστος συμπολίτης αποφασίσει να σταθμεύσει με αλάρμ “για δύο λεπτά” σε κάποιο στενό αλλά κεντρικό δρόμο από τον οποίο περνάνε τα λεωφορεία της αστικής συγκοινωνίας και μπλοκάρει την κίνηση… τότε η Κομοτηνή μετατρέπεται σε Αθήνα.

Ένα από τα αγαπημένα μου σημεία, όπου η μιμητική συμπεριφορά διαγράφει μονοκονδυλιά κάθε έννοια σωστής οδηγικής συμπεριφοράς, είναι η περιοχή ανάμεσα στο ΔΑΚ και την παλιά Νομική. Για όποιον παρατηρεί τη διαγράμμιση θα έχει προσέξει ότι μπροστά από το γήπεδο υπάρχει ολόκληρη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί προς την περιοχή του σταθμού, στο μέσο του δρόμου υπάρχει η λωρίδα που στρίβει προς το ΚΤΕΛ και, τέλος, υπάρχει και η αντίθετη λωρίδα που οδηγεί από τη στροφή της παλιάς Νομικής προς το κτήριο της Περιφέρειας. Ε, που λέτε, κατά τη διάρκεια της ημέρας η λωρίδα που οδηγεί προς τον σταθμό είναι ένα διαρκές πάρκινγκ! Σε αντίθεση, μάλιστα, με τα παραδείγματα των “δύο λεπτών” που αναφέρονται παραπάνω, σε αυτή την περίπτωση η στάθμευση έχει περισσότερο…μόνιμο χαρακτήρα και αυτό γιατί κάτω από τις εξέδρες του γηπέδου σε εκείνο το σημείο υπάρχουν κάποια καταστήματα που προσελκύουν τον κόσμο και ένα από αυτά είναι μία καφετέρια, οπότε καταλαβαίνετε τι γίνεται… Στην εξίσωση μπαίνουν και τα φορτηγά που προμηθεύουν τα καταστήματα και σταματούν, προφανώς, πάνω στη λωρίδα κυκλοφορίας. Και σε αυτή την περίπτωση, βέβαια, η συμπεριφορά αυτή, το να σταματά δηλαδή όποιος θέλει, όπου θέλει, για όσο θέλει και γενικά να κάνει ό,τι θέλει θεωρείται δεδομένη.

Και έρχεται η ερώτηση του εκατομμυρίου που (δεν) λέμε και στην Κομοτηνή: Πώς αλλάζει αυτή η κατάσταση; Σε ένα σοβαρό κράτος αυτού του είδους οι καταστάσεις αλλάζουν από το…κράτος! Υπάρχουν οι μηχανισμοί, το νομοθετικό πλαίσιο, οι υπηρεσίες που δίνουν τη δυνατότητα στις Αρχές να κάνουν αυτό που πρέπει για να επιβληθεί ο νόμος. Από τη στιγμή, όμως, που αυτές οι μιμητικές συμπεριφορές έχουν διαμορφώσει μία νοοτροπία, η οποία στην ουσία έχει ανεξαρτητοποιηθεί και αυτοαναπαράγεται και δεν παρεμβαίνει κανείς για να αλλάξει αυτή την κατάσταση δημιουργείται ευλόγως το ερώτημα: Υπάρχει κράτος; Υπάρχουν τοπικές - δημοτικές αρχές; Υπάρχει αστυνομία; Υπάρχει τροχαία; Κι αν δεν είναι αποκλειστική αρμοδιότητα κανενός από τους δύο να πράξει τα δέοντα, δεν μπορούν να έρθουν σε συνεννόηση μεταξύ τους ώστε να επιβάλλουν την ευταξία στην πόλη μας; Γιατί ο έλεγχος των θέσεων ελεγχόμενης στάθμευσης περιμετρικά της πλατείας και η επιβολή προστίμων στους παράνομα σταθμευμένους δεν επιλύουν, από μόνα τους, κανένα ουσιαστικό πρόβλημα στις μετακινήσεις εντός της πόλης. Όπως, επίσης, θεωρώ ότι αποτελούν δικαιολογίες οι ενδεχόμενες αναφορές στην ύπαρξη ή μη Δημοτικής Αστυνομίας, καθώς και στον βαθμό στελέχωσης των αρμόδιων υπηρεσιών (Δημοτικής Αστυνομίας και Τροχαίας), ως αιτίες για τη μη επίλυση του ζητήματος.

Η πραγματική αιτία είναι η περιβόητη… βούληση! Αρχικά, το ενδιαφέρον να ασχοληθεί κανείς ουσιαστικά με το ζήτημα και, στη συνέχεια, η επιθυμία να αναζητήσει λύσεις για να γίνει η πόλη μας καλύτερη στον συγκεκριμένο τομέα. Από τη στιγμή, όμως, που οι αρμόδιοι είναι άφαντοι σε σημείο να απορεί κανείς αν υπάρχουν, το βάρος πέφτει στους πολίτες, οι οποίοι καλούνται να επιδιώξουν και να διεκδικήσουν την αλλαγή της κατάστασης. Όμως, είναι δύσκολος ο δρόμος γιατί αυτό προϋποθέτει τη ριζική αλλαγή του τρόπου σκέψης, δηλαδή του… γλωσσικού προγραμματισμού μας, δηλαδή της νοοτροπίας μας. Με άλλα λόγια αν δεν πάψει η φιλοσοφία μας είναι να είναι ο άκριτος μιμητισμός, η διαδικασία τού να πιθηκίζουμε, τότε θα παραμείνουμε εγκλωβισμένοι στα “δύο λεπτά” της ολοήμερης κατάληψης των κεντρικών σημείων της πόλης μας.