Από τα χρόνια του Δημοτικού θυμάμαι πως κάθε διδακτική ενότητα στο μάθημα της ελληνικής γλώσσας ολοκληρωνόταν με μια άσκηση που έφερε τον τίτλο «Σκέφτομαι και γράφω». Σκοπός ήταν τα παιδιά να γράψουν μια παράγραφο σχετική με το θέμα της εκάστοτε διδακτικής ενότητας, αξιοποιώντας όσα είχαν μάθει στο πλαίσιο αυτής. Ο συνδυασμός καινούργιων γνώσεων, σκέψεων και στη συνέχεια η έκφραση τους, αποσκοπούσε στη δημιουργία της κριτικής σκέψης των παιδιών. Ο απώτερος σκοπός ήταν τα παιδιά να διαμορφώσουν έναν δικό τους, αυτόνομο, τρόπο σκέψης ώστε μεγαλώνοντας να γίνουν ικανοί άνθρωποι και χρήσιμα μέλη της κοινωνίας. Το ουσιώδες ρήμα από τα δύο που έφερε ο τίτλος της άσκησης ήταν το “σκέφτομαι”…

Θυμάμαι, λοιπόν, εκείνη την άσκηση και σκέφτομαι τον κόσμο γύρω μας. Αρχικά και πρώτα απ’όλα τον μικρόκοσμο μας. Σκέφτομαι τη γειτονιά που ζω, τους δρόμους που μας περιβάλλουν, την πόλη μας την Κομοτηνή, τα χωριά τριγύρω και γενικά τον, πάλαι ποτέ, νομό μας. Σκέφτομαι, με λίγα λόγια, αυτά που μας αφορούν άμεσα.

Σκέφτομαι την καθαριότητα, μία λέξη που χρησιμοποιείται μάλλον καταχρηστικά σε αυτό το πλαίσιο, αφού καθαριότητα έχουμε όταν το περιβάλλον είναι καθαρό. Αντιθέτως, τα πάντα γύρω μας “πνίγονται” από τη βρώμα. Τα σκουπίδια κυριαρχούν παντού: στους δρόμους και τα πεζοδρόμια της Κομοτηνής, στα πλαϊνά του εθνικού και επαρχιακού οδικού δικτύου, στα χωράφια, στα ποτάμια, στις πλαγιές των βουνών, στα λαγκάδια, στις παραλίες, στα πιο κεντρικά και συγχρόνως στα πιο απόμακρα σημεία και είναι να απορεί κανείς πώς στο καλό έφτασαν εκεί…

Σκέφτομαι την παντελή έλλειψη πρασίνου που χαρακτηρίζει την Κομοτηνή και αναρωτιέμαι πώς γίνεται, ειδικά στην εποχή που ζούμε που υπάρχει ένα κίνημα διεθνώς υπέρ της ενασχόλησης με τα περιβαλλοντικά ζητήματα, να μην έχει ακουμπήσει καν την πόλη μας αυτό το ρεύμα, με αποτέλεσμα να θεωρείται πάρεργο η φροντίδα των δέντρων τόσο από τις αρχές όσο και από τους πολίτες. Απόδειξη; Το μέτρο που λαμβάνεται κάθε φορά που προκύπτει ένα ζήτημα για ένα δέντρο μέσα στην πόλη μας είναι η εύκολη και παράλληλα η χειρότερη λύση: η κοπή του. Ενώ τα δέντρα προσφέρουν ανεκτίμητα οφέλη σε μια πόλη, όπως η σκιά και η δροσιά τους κατά τους θερινούς μήνες, η αισθητική αναβάθμιση του αστικού τοπίου, τα αρώματα και η συμβολή τους στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, η κοινωνία μας θεωρεί βάρος τη φροντίδα τους και προτιμά το κόψιμο από το κλάδεμα και το καθάρισμα των φύλλων τους από το πεζοδρόμιο την περίοδο του Φθινοπώρου κλπ. Την ίδια στιγμή, όμως, όποτε κάποιος από μας βρεθεί σε κάποια πόλη του εξωτερικού θαυμάζει τόσο την καθαριότητα όσο και το πράσινο των πόλεων αυτών και με την πρώτη ευκαιρία σχολιάζει αυτό το γεγονός.

Σκέφτομαι, λοιπόν, και αναρωτιέμαι πώς γίνεται, από τη μία, να εντυπωσιαζόμαστε από τις καταπράσινες και καθαρές πόλεις του εξωτερικού, αναγνωρίζοντας και συγκρίνοντας νοητά την κατάσταση που επικρατεί στον δικό μας τόπο με εκείνη που συναντήσαμε σε έναν άλλο τόπο που επισκεφθήκαμε, και, από την άλλη, να μην εφαρμόζουμε παρόμοιες πρακτικές, ώστε να κάνουμε και τη δική μας πόλη και, ευρύτερα, την περιοχή μας πιο πράσινη και καθαρή.

Σκέφτομαι, επίσης, τα αδέσποτα σκυλιά που κατά περιόδους κατακλύζουν την πόλη μας επειδή κάποιοι τα εγκαταλείπουν. Σκέφτομαι και τις γάτες, για τις οποίες για κάποιο λόγο μας φαίνεται φυσιολογικό να τριγυρνούν στους δρόμους και να επιβιώνουν κάτω από τα αυτοκίνητα και μέσα στους κάδους των σκουπιδών. Μας φαίνεται φυσιολογικό να βλέπουμε παντού νεκρά και λιωμένα ζώα και να τα προσπερνάμε σαν να είναι πεταμένα σκουπίδια στην άκρη του δρόμου - τα οποία σκουπίδια θεωρούμε δεδομένα. Και όπως γίνεται με το θέμα της καθαριότητας και του πρασίνου, έτσι και με το θέμα των αδέσποτων, πηγαίνουμε σε μία ξένη χώρα και παρατηρούμε την απουσία τους από τους δρόμους και κάνουμε τις νοητές συγκρίσεις.

Και δημιουργείται ευλόγως η απορία: τι είναι αυτό που μας εμποδίζει από το να αρχίσουμε και εμείς να χτίζουμε μία νοοτροπία που θα μας οδηγήσει σε λίγα χρόνια να έχουμε μία πράσινη, οργανωμένη και καθαρή πόλη; Τι μας σταματά από το να ενδιαφερθούμε έμπρακτα για τον τόπο μας έτσι ώστε όσα θαυμάζουμε σε άλλες χώρες να τα έχουμε και εμείς εδώ; Υπάρχει άραγε, τάχα μου, κάποιος εξωτερικός παράγοντας που παρεμβαίνει και δεν μας το επιτρέπει ή μήπως ο μόνος και αποκλειστικός υπεύθυνος είμαστε εμείς; Υπάρχει κάποιος άγνωστος Χ που περιδιαβαίνει τους δρόμους μας και πετάει σκουπίδια, κόβει δέντρα και εγκαταλείπει σκυλιά ή μήπως είμαστε εμείς οι ίδιοι που τα κάνουμε αυτά;Ερωτήσεις χωρίς νόημα. Ανόητες. Με απαντήσεις αυτονόητες.

Γιατί μετά σκέφτομαι ότι οι ίδιοι άνθρωποι που εντυπωσιάστηκαν και θαύμασαν, όλα όσα περιγράφονται παραπάνω, σε άλλες χώρες, όταν έρχεται η κουβέντα για τη δική μας προσωπική ευθύνη στα ζητήματα της καθημερινότητας, σε αυτά που μας αφορούν άμεσα, στο αν θα σεβαστούμε τον συνάνθρωπο μας, τις διαβάσεις, αν θα πετάξουμε το σκουπίδι μας στον κάδο απορριμμάτων, αν θα καβαλήσουμε το πεζοδρόμιο για να βάλουμε αλάρμ και να περιμένουμε ή όχι, αν θα διπλοπαρκάρουμε κοκ. ο ίδιος άνθρωπος θα γυρίσει και θα πει: “Αυτά δεν μπορούν να γίνουν εδώ. Εδώ είναι Ελλάδα! Έτσι έχει η κατάσταση!”. “Έτσι έχει η κατάσταση…” λέει ο άνθρωπος που δημιουργεί την κατάσταση. Δηλαδή, εσύ, εγώ, εμείς…

Στη συνέχεια σκέφτομαι και αναρωτιέμαι πώς γίνεται ένα, υποτίθεται, οργανωμένο κράτος που διαθέτει οικονομικούς πόρους, ανθρώπινο δυνάμικο, νομικό “οπλοστάσιο”, υποδομές και γενικά όλα όσα χρειάζονται για να διαμορφώσει ή να αναδιαμορφώσει μία κατάσταση που επικρατεί στην κοινωνίας μας, να μην τα καταφέρνει; Πώς γίνεται να μην μπορεί να επιβάλλει την καθαριότητα μέσα από διάφορους μηχανισμούς στους πολίτες; Πώς γίνεται να μην ενδιαφέρεται για τη φύση και το περιβάλλον όταν γνωρίζουμε τις καταστροφικές συνέπειες που μπορούν να προκαλέσουν οι παραμελημένες υποδομές, ιδίως σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων; Πώς γίνεται να μην μπορεί να ελέγξει την κατάσταση με τα αδέσποτα; Μήπως στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρεται για όλα αυτά τα ζητήματα;

Και, κάπως έτσι, η σκέψη μου στρέφεται σε εκείνους που κρατούν στα χέρια τους την εξουσία και, μαζί της, τη δυνατότητα να καθορίζουν τις τύχες μιας κοινωνίας. Σε εκείνους που κατέρχονται στις εκλογές, διεκδικούν την ψήφο μας και αναλαμβάνουν την ευθύνη της εκπροσώπησής μας, χωρίς να διαθέτουν ούτε όραμα ούτε ουσιαστικές προτάσεις, ούτε καν την πρόθεση να αφιερωθούν πραγματικά στα κοινά. Χωρίς ζήλο, χωρίς πάθος, χωρίς εκείνη τη φλόγα που θα τους ωθούσε στο να αφοσιωθούν στο συλλογικό καλό. Παρά μόνο στα λόγια, όχι στις πράξεις. Και αναρωτιέμαι ποια προσωπική φιλοδοξία, ποιος εγωισμός τούς παρακινεί να ασχοληθούν και να διεκδικήσουν την ψήφο για να αναλάβουν το υπέρτατο αξίωμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας: την εκπροσώπηση των πολιτών; Και στην πραγματικότητα, σε ποιο προσωπικό όφελος προσβλέπουν με την ενασχόληση τους με τα κοινά; Ερωτήσεις δίχως νόημα. Ανόητες. Με απαντήσεις αυτονόητες.

Και, έπειτα, σκέφτομαι τους κριτές. Αυτούς που κρίνουν τις εκλογές. Τους ψηφοφόρους. Με ποια κριτήρια ψηφίζει ο καθένας; Αντιλαμβανόμαστε άραγε το βάρος της ιδιότητας του πολίτη; Αντιλαμβανόμαστε ότι στο οικοδόμημα της δημοκρατικής κοινωνίας εμείς οι ίδιοι αποτελούμε τα θεμέλια; Τη βάση; Έχουμε άραγε κατακτήσει τη συνείδηση ως κοινωνία πως εμείς αποτελούμε τους εντολείς, τους εργοδότες τρόπο τινά, των εκλεγμένων αντιπροσώπων μας; Έχουμε φτάσει άραγε σε αυτό το επίπεδο πολιτικής ωριμότητας που στην πραγματικότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση μιας δημοκρατικής κοινωνίας; Ή, μήπως, οι εκλογές έχουν μετατραπεί σε μία διαδικασία φτηνής αγοραπωλησίας; “Τόσα δίνω. Πόσα θες;”. Ερωτήσεις δίχως νόημα. Ανόητες. Με απαντήσεις αυτονόητες.

Και αφού οι σκέψεις μου με έφεραν ως εδώ, σκέφτομαι ότι η Δημοκρατία είναι ένα απαιτητικό και δύσκολο πολίτευμα, καθώς προϋποθέτει τη διαρκή συμμετοχή πολιτών και πολιτικών. Δημοκρατία δεν είναι απλώς και μόνο η Κυριακή των εκλογών. Αντιθέτως, η Δημοκρατία ξεκινά από την επομένη των εκλογών και ολοκληρώνει τον κύκλο της το τελευταίο Σάββατο πριν από την επόμενη εκλογική διαδικασία, όταν και ανανεώνεται, μέσω της λαϊκής ετυμηγορίας, τόσο το πολιτικό προσωπικό της χώρας όσο και το ίδιο το πολίτευμα. Συνεπώς, η Δημοκρατία είναι μία συνεχής και δυναμική διαδικασία, που αφορά και επηρεάζει τους πάντες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι ίδιοι οι πολίτες πρέπει να παρακολουθούν, δηλαδή να παραμένουν ενημερωμένοι, και να ελέγχουν, δηλαδή να ασκούν πίεση, στους αιρετούς όταν οι αποφάσεις τους είτε δεν συμβαδίζουν με τις προεκλογικές υποσχέσεις τους είτε είναι ζημιογόνες για την κοινωνία. Κι αυτή η σχέση ελέγχου πρέπει να γίνεται σε τακτική βάση κατά τη διάρκεια μίας τετραετίας.

Στην εποχή μας, ωστόσο, η συμμετοχή σε καθημερινή βάση στα πεπραγμένα των κοινωνιών μας δεν συνηθίζεται. Με αυτό τον τρόπο η ιδιότητα του πολίτη χάνει το νόημα της, μένει κενή περιεχομένου και, μάλιστα, για να περιγράψουμε κάποιον που ασχολείται με ζητήματα που αφορούν την κοινωνία έχουμε επινοήσει τη φράση “ενεργός πολίτης”. Μα, για να λειτουργεί σωστά η Δημοκρατία χρειάζεται ο κάθε πολίτης να είναι ενεργός! Αποτέλεσμα αυτής της μετάλλαξης στην έννοια του πολίτη είναι η δημιουργία ενός χάσματος ανάμεσα στους πολίτες και τους πολιτικούς, καθώς οι δεύτεροι αποκτούν ένα στάτους αριστοκράτη, σαν να αποτελούν μία τάξη ευγενών, που αποκόπτονται απο την κοινωνία και γίνονται απρόσιτοι. Αυτό το χάσμα και η απόσταση που δημιουργείται επιτείνει την κακή λειτουργία της Δημοκρατίας, αφού οι πολιτικοί αντιμετωπίζονται από τους… μη ενεργούς πολίτες σαν να πρόκειται για ανθρώπους μιας ανώτερης κάστας και όχι για κάποιον της διπλανής πόρτας που του ανατέθηκε μέσω των εκλογών η διαχείριση, άρα και η ευθύνη, των κοινών ζητημάτων.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά και, επιπλέον, παρατηρώ την αλαζονεία, την επιθετικότητα και το ύφος που έχουν αποκτήσει οι αιρετοί μέσα από την τυπική και όχι ουσιαστική λειτουργία της Δημοκρατίας μας, με συνέπεια να λειτουργούν και να συμπεριφέρονται λες και δεν τους “ακουμπάει” τίποτα. Λες και δεν έχουν να λογοδοτήσουν πουθενά. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται μία πολύ μεγάλη πληγή…

Σκέφτομαι πως οτιδήποτε και να γίνει στη χώρα μας, μα οτιδήποτε, δεν λογοδοτεί ποτέ κανένας από το πολιτικό προσωπικό που είναι υπεύθυνο για τη λήψη των αποφάσεων! Σκεφτείτε: τα τελευταία μόνο χρόνια πόσα σκάνδαλα πάσης φύσεως έχουν γίνει και κανένας πρωτοκλασάτος πολιτικός, αυτός δηλαδή που επί της ουσίας έλαβε μια απόφαση, δεν έχει βρεθεί σε θέση να λογοδοτήσει; Κανείς τους δεν έχει τιμωρηθεί για τίποτα! Από τις παρακολουθήσεις, τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ τα τελευταία χρόνια μέχρι τη χρεοκοπία της χώρας που έφερε τα μνημόνια, κανένας πολιτικός δεν λογοδότησε στην πραγματικότητα ποτέ! Και, μάλιστα, το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη διοίκηση των τοπικών κοινωνιών… σκάνδαλα, κακοδιαχείριση, αλαζονεία, ύφος “χιλίων καρδιναλίων” από εκείνους που θα έπρεπε να είναι ταπεινοί, σοβαροί και υπεύθυνοι ως άνθρωποι που έχουν επιλεγεί από την κοινωνία για να την καθοδηγήσουν.

Τα σκέφτομαι, λοιπόν, όλα τα παραπάνω και χάνω… Χάνω την ψυχραιμία μου για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η κοινωνία της χώρας μας. Για τη μεμψιμοιρία που διακατέχει το σώμα των πολιτών και την παθητική εντελώς στάση απέναντι στις εξελίξεις, αφού προσλαμβάνουμε όλα όσα γίνονται όχι μόνο χωρίς να συμμετέχουμε αλλά και χωρίς να αντιδρούμε καθόλου. Χάνω τον λογισμό μου όταν βλέπω τριγύρω μου να μην εφαρμόζουμε στην καθημερινότητα μας τα πιο απλά και βασικά πράγματα που θα κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη, πιο λειτουργική και όμορφη. Χάνω την ελπίδα και την αισιοδοξία μου για το μέλλον όταν βλέπω τους ανθρώπους που θα έπρεπε να δείχνουν τον σωστό δρόμο ή έστω να δείχνουν ότι προσπαθούν να τον ακολουθήσουν, να «παίζουν» και να καλλιεργούν τα πιο φτηνά ένστικτα των ανθρώπων, να κανονικοποιούν τη διαφθορά, να προβάλλουν τα χειρότερα πρότυπα μέσα από τις ενέργειές τους και να αναπαράγουν στάσεις που υποδηλώνουν ότι ο ισχυρός θα κερδίσει αυτό που θέλει με κάθε τρόπο. Χάνω την εκτίμηση που έχω σε εμάς όταν βλέπω ότι στη χώρα που “γέννησε” τη Λογική, η Λογική βιάζεται καθημερινά. Χάνω πάσα ιδέα όταν διαπιστώνω ότι στη χώρα της Λογικής επικρατεί η παράνοια…

Τα σκέφτομαι, όλα αυτά, και χάνω!